ξυρίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ξυρίζω < μεταγενέστερη ελληνική < αρχαία ελληνική ξυρόν

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ksi.ˈɾi.zɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

ξυρίζω

  1. κόβω με ξυράφι τις τρίχες από διάφορα σημεία του σώματος
  2. περνάω ξυστά
  3. (μεταφορικά) φυσώ με πολλή ένταση ψυχρό άνεμο που τρυπάει το σώμα· λέγεται για αέρα

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • στο τέλος ξυρίζουν το γαμπρό: δεν πρέπει να βιάζεται κάποιος να εξάγει συμπεράσματα για την έκβαση μιας κατάστασης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]