ξύστρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
μεταλλική ξύστρα (2) για μολύβια
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ξύστρα | ξύστρες |
| γενική | ξύστρας | ξυστρών |
| αιτιατική | ξύστρα | ξύστρες |
| κλητική | ξύστρα | ξύστρες |
Ετυμολογία [
]
- ξύστρα < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
ξύστρα θηλυκό
- εργαλείο που χρησιμοποιείται για ξύσιμο
- (ειδικότερα) μικρό εργαλείο που έχει ανάλογη τρύπα και λεπίδα για το ξύσιμο μολυβιών
- (ειδικότερα) μικρό εργαλείο που αποτελείται από μία λεπίδα και χρησιμοποιείται για ξύσιμο επίπεδων επιφανειών
Δείτε επίσης [
]
- ξύστρα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις [
]
για το ξύσιμο μολυβιών