οίνος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
οίνος < αρχαία ελληνική οἶνος
Προφορά
Ουσιαστικό
οίνος αρσενικό
- το κρασί
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
- οιναγορά
- οιναποθήκη
- οινεμπόριο (οινεμπόριον)
- οινέμπορος
- οινοβάρελο
- οινοβαρής
- οινοβαφής
- οινόγαλα
- οινογραφία
- οινοδοχείο (οινοδοχείον)
- οινοειδής
- οινολογία
- οινολογικός
- οινολόγος
- οινομαγειρείο (οινομαγειρείον)
- οινομάγειρος
- οινομανής
- οινομανία
- οινομετρία
- οινομετρικός
- οινόμετρο
- οινοπαραγωγή
- οινοπαραγωγός
- οινόπνευμα
- οινοποιείο
- οινοποίηση (οινοποίησις)
- οινοποιία
- οινοποιός
- οινοποσία
- οινοπότης
- οινοπωλείο (οινοπωλείον)
- οινοπώλης, οινοπώλισσα (οινοπώλις)
- οινόφλυξ
- οινοφόρος
- οινοχόη
- οινοχόος
- οινώδης