οβελίσκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οβελίσκος οβελίσκοι
γενική οβελίσκου οβελίσκων
αιτιατική οβελίσκο οβελίσκους
κλητική οβελίσκε οβελίσκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οβελίσκος < υποκοριστικό της αρχαία ελληνική ὀβελὸς = σούβλα - οριζόντια γραμμή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

οβελίσκος στο Παρίσι

οβελίσκος αρσενικό

  • ο λατρευτικός μονολιθικός στύλος (κυλινδρικός ή τετράεδρος) που τοποθετείτο ζευγαρωτά, συνήθως στην είσοδο αρχαίων αιγυπτιακών ναών. Αυτοί οι στύλοι συνήθως απολήγουν σε μικρή πυραμίδα. Γενικά η λέξη χρησιμοποιείται για κάθε μνημείο που έχει αυτή τη μορφή.

32πχ Μεταφράσεις[]