οδηγώ
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- οδηγώ < αρχαία ελληνική ὁδηγῶ < ὁδός + -ηγῶ (< ἄγω, με έκταση του πρώτου φωνήεντος)
[
]
Ρήμα
οδηγώ
- χειρίζομαι και κινώ ένα όχημα
- από τότε που ήταν μικρός ονειρευόταν να οδηγεί γρήγορα αυτοκίνητα
- δείχνω το δρόμο σε κάποιον
- τους οδήγησε στο πίσω μέρος του σπιτιού
- υποδεικνύω τρόπο συμπεριφορας ή δράσης σε κάποιον
- με το λόγο και τα έργα του οδηγούσε τους νεώτερους στην αρετή
- χρησιμεύω σαν ένδειξη για να βρει κάποιος κάτι
- τα αποτυπώματα οδήγησαν στο δράστη
- κάνω κάποιον να πράξει κάτι συγκεκριμένο
- ο χωρισμός τον οδήγησε στην τρέλα
- καταλήγω κάπου
- το μονοπάτι οδηγεί σε ένα μεγάλο ξέφωτο
- έχω ως αποτέλεσμα
- οι μειωμένες βροχοπτώσεις οδηγούν στη λειψυδρία
[
] Εκφράσεις
- όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη : όλες οι μέθοδοι εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό, όλες οι προσπάθειες καταλήγουν στο ίδιο αποτέλεσμα