οδοντίατρος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | οδοντίατρος | οδοντίατροι |
| γενική | οδοντιάτρου | οδοντιάτρων |
| αιτιατική | οδοντίατρο | οδοντιάτρους |
| κλητική | οδοντίατρε | οδοντίατροι |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /ɔ.ðɔn.ˈdi.a.tɾɔs/
[
]
Ουσιαστικό
οδοντίατρος αρσενικό ή θηλυκό και οδοντογιατρός
[
]
[
]
Μεταφράσεις
οδοντίατρος