οδοντογλυφίδα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οδοντογλυφίδα οδοντογλυφίδες
γενική οδοντογλυφίδας οδοντογλυφίδων
αιτιατική οδοντογλυφίδα οδοντογλυφίδες
κλητική οδοντογλυφίδα οδοντογλυφίδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οδοντογλυφίδα < οδοντο- + γλυφίδα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɔ.ðɔn.dɔ.ɣli.ˈfi.ða/
μια οδοντογλυφίδα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

οδοντογλυφίδα θηλυκό

  • λεπτό και μυτερό στις άκρες ξύλο που χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό των δοντιών μετά το φαγητό


32πχ Μεταφράσεις[]