οδυνηρός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- οδυνηρός < αρχαία ελληνική ὀδυνηρός
[
]
Επίθετο
οδυνηρός -ή -ό
- που προκαλεί οδύνη, μεγάλο πόνο, σωματικό ή ψυχικό
[
]
Συνώνυμα
[
]
[
]
Μεταφράσεις
οδυνηρός