οδός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | οδός | οδοί |
| γενική | οδού | οδών |
| αιτιατική | οδό | οδούς |
| κλητική | οδέ | οδοί |
[
]
Ετυμολογία
- οδός < αρχαία ελληνική ὁδός
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
οδός θηλυκό
- μέρος εδάφους που έχει διαμορφωθεί έτσι ώστε να επιτρέπει την μετακίνηση ανθρώπων και οχημάτων
- (μεταφορικά) τρόπος ενέργειας
[
] Εκφράσεις
- βασιλική οδός: ο δρόμος που προορίζεται για ένα βασιλιά
- δεν υπάρχει βασιλική οδός προς τη γεωμετρία : η απάντηση που λέγεται πως έδωσε ο Ευκλείδης στον Πτολεμαίο Α΄, όταν εκείνος τον ρώτησε ποιος είναι ο εύκολος τρόπος για να μάθει τη γεωμετρία
- δια της πλαγίας οδού, δια της τεθλασμένης οδού: χρησιμοποιώντας πλάγια μέσα
- εν μέση οδώ: μες στη μέση του δρόμου
- (είμαι) καθ' οδόν: ακόμα προχωρώ, πορεύομαι, δεν έχω φτάσει στον προορισμό μου
[
]
[
]
Σύνθετα
[
]
Μεταφράσεις
οδός
βασιλική οδός