οικείος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : οἰκεῖος

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική οικείος οικεία οικείο
γενική οικείου οικείας οικείου
αιτιατική οικείο οικεία οικείο
κλητική οικείε οικεία οικείο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οικείοι οικείες οικεία
γενική οικείων οικείων οικείων
αιτιατική οικείους οικείες οικεία
κλητική οικείοι οικείες οικεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οικείος < αρχαία ελληνική οἰκεῖος < οἶκος < ϝοῖκος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *woyḱos / *wéyḱs

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /i.ˈci.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[]

οικείος, -α, -ο

  1. ο έχων στενή σχέση με κάποιον ή κάτι
  2. γνωστός, γνώριμος
  3. μέλος οικογενειακού περιβάλλοντος (συνήθως στον πληθυντικό)
  4. σχετικός, παρόμοιος, ανάλογος

32πχ Μεταφράσεις[]