οικονόμος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | οικονόμος | οικονόμοι |
| γενική | οικονόμου | οικονόμων |
| αιτιατική | οικονόμο | οικονόμους |
| κλητική | οικονόμε | οικονόμοι |
[
]
Ετυμολογία
- οικονόμος < αρχαία ελληνική οἰκονόμος < οἶκος + νέμω
- Στη σημασία υπ' αριθ.4, σημασιολογικό δάνειο από τα γαλλικά
[
]
Ουσιαστικό
οικονόμος αρσενικό, θηλυκό: οικονόμος και οικονόμα
- αυτός ή αυτή που του/της έχουν ανατεθεί διαχειριστικά καθήκοντα
- υπηρέτης ή υπηρέτρια που έχει αναλάβει τη διαχείριση του σπιτιού
- (θρησκεία) τίτλος που δίνεται σε έγγαμους κληρικούς
- (ως επίθετο) που κάνει οικονομία, που είναι συνετός στη διαχείριση των χρημάτων και δεν κάνει σπατάλες