οικονόμος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οικονόμος οικονόμοι
γενική οικονόμου οικονόμων
αιτιατική οικονόμο οικονόμους
κλητική οικονόμε οικονόμοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

οικονόμος < αρχαία ελληνική οἰκονόμος < οἶκος + νέμω
Στη σημασία υπ' αριθ.4, σημασιολογικό δάνειο από τα γαλλικά

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

οικονόμος αρσενικό, θηλυκό: οικονόμος και οικονόμα

  1. αυτός ή αυτή που του/της έχουν ανατεθεί διαχειριστικά καθήκοντα
  2. υπηρέτης ή υπηρέτρια που έχει αναλάβει τη διαχείριση του σπιτιού
  3. (θρησκεία) τίτλος που δίνεται σε έγγαμους κληρικούς
  4. (ως επίθετο) που κάνει οικονομία, που είναι συνετός στη διαχείριση των χρημάτων και δεν κάνει σπατάλες

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες