οινοχόος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οινοχόος οινοχόοι
γενική οινοχόου οινοχόων
αιτιατική οινοχόο οινοχόους
κλητική οινοχόε οινοχόοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

οινοχόος < αρχαία ελληνική οἰνοχόος < οἶνος + χέω

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

οινοχόος αρσενικό

  1. στην αρχαιότητα, υπηρέτης που κερνούσε κρασί τους συμποσιαστές
  2. ένας υπάλληλος του εστιατορίου του οποίου ο ρόλος είναι να συμβουλεύει τον πελάτη, να παίρνει την παραγγελία και να εξασφαλίζει το σωστό σερβίρισμα των ποτών, ενίοτε να συμβουλεύει τον εργοδότη του για την αγορά των κρασιών και να διαχειρίζεται την κάβα των κρασιών.

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες