οινόπνευμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οινόπνευμα οινοπνεύματα
γενική οινοπνεύματος οινοπνευμάτων
αιτιατική οινόπνευμα οινοπνεύματα
κλητική οινόπνευμα οινοπνεύματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οινόπνευμα < οίνος + πνεύμα

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /i.ˈnɔ.pnɛv.ma/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

οινόπνευμα ουδέτερο

  1. πτητικό κι εύφλευκτο υγρό, χωρίς χρώμα και ευδιάλυτο στο νερό, που περιέχεται ως βασικό συστατικό στα αλκοολούχα ποτά και τα διάφορα προϊόντα ζύμωσης· χρησιμοποιείται ως απολυμαντικό, ως συστατικό φαρμάκων, ως διαλυτικό κ.λπ.
  2. (συνεκδοχικά) κάθε ποτό που περιέχει το παραπάνω υγρό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]