οινόπνευμα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | οινόπνευμα | οινοπνεύματα |
| γενική | οινοπνεύματος | οινοπνευμάτων |
| αιτιατική | οινόπνευμα | οινοπνεύματα |
| κλητική | οινόπνευμα | οινοπνεύματα |
Ετυμολογία [
]
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /i.ˈnɔ.pnɛv.ma/
Ουσιαστικό [
]
οινόπνευμα ουδέτερο
- πτητικό κι εύφλευκτο υγρό, χωρίς χρώμα και ευδιάλυτο στο νερό, που περιέχεται ως βασικό συστατικό στα αλκοολούχα ποτά και τα διάφορα προϊόντα ζύμωσης· χρησιμοποιείται ως απολυμαντικό, ως συστατικό φαρμάκων, ως διαλυτικό κ.λπ.
- (συνεκδοχικά) κάθε ποτό που περιέχει το παραπάνω υγρό
Συνώνυμα [
]
[
]
- οινοπνευματίαση (οινοπνευματίασις)
- οινοπνευματικός
- οινοπνευμάτωση (οινοπνευμάτωσις)
- οινοπνευματομέτρηση (οινοπνευματομέτρησις)
- οινοπνευματομετρία
- οινοπνευματομετρητής
- οινοπνευματόμετρο (οινοπνευματόμετρον)
- οινοπνευματοποιείο (οινοπνευματοποιείον)
- οινοπνευματοποιήσιμος
- οινοπνευματοποιία
- οινοπνευματοποιός
- οινοπνευματούχος
- οινοπνευματώδης