ολιγαρκής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική ολιγαρκής ολιγαρκής ολιγαρκές
γενική ολιγαρκούς ολιγαρκούς ολιγαρκούς
αιτιατική ολιγαρκή ολιγαρκή ολιγαρκές
κλητική ολιγαρκή(ς) ολιγαρκής ολιγαρκές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ολιγαρκείς ολιγαρκείς ολιγαρκή
γενική ολιγαρκών ολιγαρκών ολιγαρκών
αιτιατική ολιγαρκείς ολιγαρκείς ολιγαρκή
κλητική ολιγαρκείς ολιγαρκείς ολιγαρκή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ολιγαρκής < ελληνιστική κοινή ὀλιγαρκής

Open book 01.svg Επίθετο[]

ολιγαρκής -ής -ές

  • που αρκείται σε πολύ λίγα αναγκαία, που δεν έχει ανάγκη από πληθώρα αγαθών ή πολυτέλεια
είναι ολιγαρκής άνθρωπος, μπορεί να ζήσει μόνο με ψωμί και νερό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]