ολοκληρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

ολοκληρώνω < ὁλοκληρώνω < αρχαία ελληνική ὁλόκληρος

[] Open book 01.svg Ρήμα

ολοκληρώνω, παθητικό: ολοκληρώνομαι, παθητική μετοχή: ολοκληρωμένος

όταν ο ομιλητής ολοκλήρωσε την εισήγησή του, το ακροατήριο τον χειροκρότησε θερμά
ολοκληρώνω τη σκέψη μου, την ερωτική πράξη, την ύπαρξή μου (π.χ. με την απόκτηση παιδιού), τη φράση μου (μη με διακόπτετε, προτού ολοκληρώσω)

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες