ολοκληρώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ολοκληρώνω < ὁλοκληρώνω < αρχαία ελληνική ὁλόκληρος

Open book 01.svg Ρήμα[]

ολοκληρώνω, παθητικό: ολοκληρώνομαι, παθητική μετοχή: ολοκληρωμένος

  1. φέρνω μια εργασία ή πράξη ή διαδικασία στο τέλος της, ενεργώ ώστε να μη λείπει τίποτα από αυτήν, τελειώνω, την συμπληρώνω ώστε να είναι πλήρης και τέλεια, τελειωμένη
    όταν ο ομιλητής ολοκλήρωσε την εισήγησή του, το ακροατήριο τον χειροκρότησε θερμά
    ολοκληρώνω τη σκέψη μου, την ερωτική πράξη, την ύπαρξή μου (π.χ. με την απόκτηση παιδιού), τη φράση μου (μη με διακόπτετε, προτού ολοκληρώσω)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Plume ombre.png Κλίση[]


32πχ Μεταφράσεις[]