ομελέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ομελέτα ομελέτες
γενική ομελέτας
αιτιατική ομελέτα ομελέτες
κλητική ομελέτα ομελέτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ομελέτα < γαλλική omelette < λατινική lamella, υποκοριστικό του lamina

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɔ.mɛ.ˈlɛ.ta/
μια ομελέτα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ομελέτα θηλυκό

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]