ομφαλοσκοπία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ομφαλοσκοπία ομφαλοσκοπίες
γενική ομφαλοσκοπίας ομφαλοσκοπιών
αιτιατική ομφαλοσκοπία ομφαλοσκοπίες
κλητική ομφαλοσκοπία ομφαλοσκοπίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ομφαλοσκοπία < ομφαλός + -ο- + -σκοπία (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική omphaloskepsis < αρχαία ελληνική ὀμφαλός + σκέψις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ομφαλοσκοπία θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα τού ομφαλοσκοπώ
  2. μέθοδος μαντικής που σχετίζεται με την εξέταση του ομφάλιου λώρου

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές []

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]