ομφαλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ομφαλός ομφαλοί
γενική ομφαλού ομφαλών
αιτιατική ομφαλό ομφαλούς
κλητική ομφαλέ ομφαλοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ομφαλός (2)
ομφαλός < αρχαία ελληνική ὀμφαλός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ομφαλός (3) απλής κλειδαριάς

ομφαλός αρσενικό

  1. σημείο που βρίσκεται στο κέντρο περίπου της κοιλιάς του εμβρύου από το οποίο ξεκινάει ο ομφάλιος λώρος
  2. (συνεκδοχικά) το χαρακτηριστικό κοίλωμα ή εξόγκωμα που μένει μετά την αποκοπή του ομφάλιου λώρου
  3. (μεταφορικά) το πιο κεντρικό σημείο ενός αντικειμένου
  4. (ειδικό) το κυρίως σώμα μερικών ειδών κλειδαριάς μέσα στο οποίο μπαίνει το κλειδί και το οποίο μπορεί να μεταφερθεί σε άλλο μηχανισμό κλειδαριάς, περίπου ίδιου τύπου

Nuvola apps kalzium.png Ταυτόσημο[]

Εκφράσεις[]

  • ομφαλός της Γης:
    1. οι Δελφοί
    2. (μεταφορικά) (για περιοχή ή πόλη) το κέντρο του κόσμου, το επίκεντρο όλων

32πχ Μεταφράσεις[]