ομόλογος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ομόλογος ομόλογη ομόλογο
γενική ομόλογου ομόλογης ομόλογου
αιτιατική ομόλογο ομόλογη ομόλογο
κλητική ομόλογε ομόλογη ομόλογο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ομόλογοι ομόλογες ομόλογα
γενική ομόλογων ομόλογων ομόλογων
αιτιατική ομόλογους ομόλογες ομόλογα
κλητική ομόλογοι ομόλογες ομόλογα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ομόλογος < αρχαία ελληνική ὁμόλογος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ομόλογος, -η, -ο

  1. που αντιστοιχεί με κάτι άλλο με το οποίο έχει κάποιο κοινό χαρακτηριστικό
    Τα δύο παραλληλόγραμμα, όπως και τα δύο τρίγωνα που κατασκευάσθηκαν προηγουμένως λέγονται όμοια, ενώ ο λόγος των ομόλογων πλευρών τους (δηλαδή των πλευρών που βρίσκονται απέναντι από ίσες γωνίες) λέγεται λόγος ομοιότητας. (από το σχολικό βιβλίο «Ευκλείδεια Γεωμετρία», Α΄ και Β΄ Γενικού Λυκείου)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ομόλογος αρσενικό

ο Έλληνας πρωθυπουργός δέχτηκε στο Μέγαρο Μαξίμου τον Ιρλανδό ομόλογό του


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]