ον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ον όντα
γενική όντος όντων
αιτιατική ον όντα
κλητική ον όντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ον < (καθαρεύουσα) ον < μεσαιωνική ελληνική ὀν < (ελληνιστική κοινή) ὄν < αρχαία ελληνική ὄν (ουδέτερο της μετοχής του ενεστώτα του ρήματος εἰμί)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ον ουδέτερο

  1. αυτός ή αυτή ή αυτό που υπάρχει
    είδα στον ύπνο μου κάτι περίεργα όντα και μερικά έμοιαζαν ανθρώπινα

32πχ Μεταφράσεις[]