ον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ον όντα
γενική όντος όντων
αιτιατική ον όντα
κλητική ον όντα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ον < (καθαρεύουσα) ὄν < μεσαιωνική ελληνική ὄν < (ελληνιστική κοινή) ὄν < αρχαία ελληνική ὄν (ουδέτερο της μετοχής του ενεστώτα του ρήματος εἰμί)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ον ουδέτερο

  1. αυτός ή αυτή ή αυτό που υπάρχει
    το ον και το μη ον έχουν απασχολησει τους φιλοσόφους πάνω από 3000 χρόνια και εξακολουθεί να βρίσκεται μαζί με "το είναι" στο επίκεντρο του φυλσοοφικού λόγου
  2. ένα παράδοξο πλάσμα, μια παράξενη ύπαρξη
    είδα στον ύπνο μου κάτι περίεργα όντα και μερικά έμοιαζαν ανθρώπινα
    εξωγήινο ον


Noia 64 apps xeyes.png Δείτε το λήμμα: ὄν

32πχ Μεταφράσεις[]