οξιά
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | οξιά | οξιές |
| Γενική | οξιάς | οξιών |
| Αιτιατική | οξιά | οξιές |
| Κλητική | οξιά | οξιές |
Ετυμολογία
- οξιά < αρχαία ελληνική ὀξύα
Προφορά
οξιές από τη Γερμανία (Fagus sylvatica)
Ουσιαστικό
οξιά θηλυκό
- το γένος Fagus που περιλαμβάνει δέκα είδη φυλλοβόλων δέντρων που συναντώνται στην Ευρώπη, Ασία και Βόρειο Αμερική
- το ξύλο του δέντρου της οξιάς
Δείτε επίσης
- οξιά στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
|