οπή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | οπή | οπές |
| γενική | οπής | οπών |
| αιτιατική | οπή | οπές |
| κλητική | οπή | οπές |
[
]
Ετυμολογία
- οπή < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
οπή θηλυκό
[
]
Μεταφράσεις
οπή