οπλισμός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | οπλισμός | οπλισμοί |
| γενική | οπλισμού | οπλισμών |
| αιτιατική | οπλισμό | οπλισμούς |
| κλητική | οπλισμέ | οπλισμοί |
[
]
Ετυμολογία
- οπλισμός < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
οπλισμός αρσενικό
- ένα σύνολο από όπλα
- (μουσική) οι διέσεις ή υφέσεις που βρίσκονται στην αρχή ενός πεντάγραμμου και καθορίζουν την κλίμακα ενός μουσικού κομματιού