οργασμός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οργασμός οργασμοί
γενική οργασμού οργασμών
αιτιατική οργασμό οργασμούς
κλητική οργασμέ οργασμοί

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

οργασμός < ὀργάω-ῶ

[] Nuvola apps edu languages.png Προφορά

ΔΦΑ : /ɔɾ.ɣa.ˈzmɔs/

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

οργασμός αρσενικό

  1. (ιατρική) το αποκορύφωμα της σεξουαλικής πράξης
    φτάνω σε οργασμό
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: εκσπερμάτιση (για τον άνδρα), χύσιμο (οικείο ή χυδαίο)
  2. (μεταφορικά) έντονη δραστηριότητα σε κάποιον τομέα

[] Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες