ορθοδοντική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ορθοδοντική < ορθο- + οδοντ- (< ὀδούς, γενική ὀδόντος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ορθοδοντική θηλυκό

  • ειδικότητα της οδοντιατρικής που ασχολείται με την ορθή θέση των δοντιών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις[]


Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[]

ορθοδοντική

Ομώνυμα[]