ορμή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ορμή | ορμές |
| γενική | ορμής | ορμών |
| αιτιατική | ορμή | ορμές |
| κλητική | ορμή | ορμές |
Ετυμολογία [
]
- ορμή < → Η ετυμολογία λείπει.
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
ορμή θηλυκό
- → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.
- (φυσική) διανυσματικό φυσικό μέγεθος το οποίο ισούται με το γινόμενο της μάζας ενός αντικειμένου επί την ταχύτητά του και συμβολίζεται διεθνώς με το λατινικό γράμμα p
Μεταφράσεις [
]
ορμή