ορμή

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : ὁρμή

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ορμή ορμές
γενική ορμής ορμών
αιτιατική ορμή ορμές
κλητική ορμή ορμές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ορμή < αρχαία ελληνική ὁρμή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɔɾ.ˈmi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ορμή θηλυκό

  1. η κίνηση με μεγάλη ταχύτητα προς συγκεκριμένο σημείο
  2. (φυσική) διανυσματικό φυσικό μέγεθος το οποίο ισούται με το γινόμενο της μάζας ενός αντικειμένου επί την ταχύτητά του και συμβολίζεται διεθνώς με το λατινικό γράμμα p
  3. πρωταρχική ψυχική δύναμη που ωθεί έναν ζωντανό οργανισμό προς ενέργειες που αποσκοπούν στην επιβίωση, την αναπαραγωγή του είδους κλπ, ένστικτο
    κάποια φάρμακα γι' αυτό το σκοπό επιφέρουν σοβαρές παρενέργειες, όπως μόνιμη μείωση παραγωγής σπέρματος και πτώση της σεξουαλικής ορμής[1]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Αναφορές []

  1. Ελπίδες για… ανδρικό χάπι αντισύλληψης, Εφημερίδα των Συντακτών, 3 Δεκεμβρίου 2013