ορμόνη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ορμόνη | ορμόνες |
| γενική | ορμόνης | ορμονών |
| αιτιατική | ορμόνη | ορμόνες |
| κλητική | ορμόνη | ορμόνες |
[
]
Ετυμολογία
- ορμόνη < ορμή < ὁρμή < ὁρμῶ
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
ορμόνη θηλυκό
- χημική ουσία που παράγεται από μια ομάδα κυττάρων ή από ένα όργανο του οργανισμού και έχει ιδιαίτερη ρυθμιστική δράση στη δραστηριότητα άλλων κυττάρων ή οργάνων του σώματος