ορνιθολογία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ορνιθολογία ορνιθολογίες
γενική ορνιθολογίας ορνιθολογιών
αιτιατική ορνιθολογία ορνιθολογίες
κλητική ορνιθολογία ορνιθολογίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

ορνιθολογία < μεταγενέστερη ελληνική ὀρνιθολόγος < ὄρνις + λέγω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɔɾ.ni.θɔ.lɔ.ˈʝi.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

ορνιθολογία θηλυκό

  1. κλάδος της ζωολογίας που μελετά τα πτηνά


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]