οροθετικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική οροθετικός οροθετική οροθετικό
γενική οροθετικού οροθετικής οροθετικού
αιτιατική οροθετικό οροθετική οροθετικό
κλητική οροθετικέ οροθετική οροθετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οροθετικοί οροθετικές οροθετικά
γενική οροθετικών οροθετικών οροθετικών
αιτιατική οροθετικούς οροθετικές οροθετικά
κλητική οροθετικοί οροθετικές οροθετικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οροθετικός < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίθετο[]

οροθετικός, -ή, -ό

  1. σχετικός με την οροθεσία
  2. (ιατρική) (για ασθενή) που είναι φορέας του ιού του AIDS


32πχ Μεταφράσεις[]