οροθετικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός
ονομαστική οροθετικός οροθετική οροθετικό
γενική οροθετικού οροθετικής οροθετικού
αιτιατική οροθετικό οροθετική οροθετικό
κλητική οροθετικέ οροθετική οροθετικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική οροθετικοί οροθετικές οροθετικά
γενική οροθετικών οροθετικών οροθετικών
αιτιατική οροθετικούς οροθετικές οροθετικά
κλητική οροθετικοί οροθετικές οροθετικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

  1. οροθετικός < οροθεσία + -τικός
  2. οροθετικός < ορο- + θετικός (μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική seropositive)

Open book 01.svg Επίθετο 1[]

οροθετικός, -ή, -ό

Open book 01.svg Επίθετο 2[]

οροθετικός, -ή, -ό

  • (ιατρική) (για ασθενή) που είναι φορέας κάποιου ιού, συνήθως του ιού του AIDS
    Τέλος στη ζωή της έδωσε μία από τις γυναίκες που είχαν συλληφθεί το Μάιο του 2012 ως εκδιδόμενες οροθετικές και τα στοιχεία τους είχαν δοθεί στη δημοσιότητα, μαζί με τις φωτογραφίες τους, στο όνομα της δημόσιας υγείας. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]