ορυχείο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ορυχείο | ορυχεία |
| γενική | ορυχείου | ορυχείων |
| αιτιατική | ορυχείο | ορυχεία |
| κλητική | ορυχείο | ορυχεία |
Ετυμολογία [
]
- ορυχείο < → Η ετυμολογία λείπει.
Ουσιαστικό [
]
ορυχείο ουδέτερο
- τόπος εξαγωγής ορυκτών
[
]
- όρυγμα
- ορυκτός, ορυκτό
- εξορύσσω
- αδαμαντωρυχείο
- αλατωρυχείο
- ανθρακωρυχείο
- λιγνιτωρυχείο
- μεταλλωρυχείο
- χρυσωρυχείο