οστεοφυλάκιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οστεοφυλάκιο οστεοφυλάκια
γενική οστεοφυλακίου οστεοφυλακίων
αιτιατική οστεοφυλάκιο οστεοφυλάκια
κλητική οστεοφυλάκιο οστεοφυλάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οστεοφυλάκιο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

οστεοφυλάκιο ουδέτερο

  1. ειδικός χώρος, συνήθως σε νεκροταφείο, που φυλλάσσονται τα οστά των νεκρών, μέσα σε ειδικά κουτιά, μετά την εκταφή

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης []

32πχ Μεταφράσεις []