ουλή
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουλή | ουλές |
| Γενική | ουλής | ουλών |
| Αιτιατική | ουλή | ουλές |
| Κλητική | ουλή | ουλές |
Ετυμολογία
- ουλή < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Προφορά
Ουσιαστικό
ουλή θηλυκό
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)