ουρανός
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ουρανός | ουρανοί |
| Γενική | ουρανού | ουρανών |
| Αιτιατική | ουρανό | ουρανούς |
| Κλητική | ουρανέ | ουρανοί |
Ετυμολογία
- ουρανός < αρχαία ελληνική οὐρανός
Προφορά
ο ουρανός πάνω από τα σύννεφα
Ουσιαστικό
ουρανός αρσενικό
- ο αέρας της ατμόσφαιρας και το διάστημα πέρα από αυτόν, όπως φαίνονται από τη γη, με σχήμα θόλου και βάση τον ορίζοντα
- νεφοσκεπής / καθαρός / σκοτεινός / έναστρος ουρανός
- (εκκλησία) η κατοικία του Θεού, των αγγέλων, των αγίων και ο τόπος που πηγαίνουν οι ψυχές των νεκρών
- το επιστέγασμα που έχει θολωτή μορφή, π.χ. σε κρεβάτι
Εκφράσεις
- καθαρός ουρανός, αστραπές δε φοβάται: ο άνθρωπος με τιμιότητα και ειλικρίνεια δε φοβάται την κριτική των άλλων
- μου ήρθε ο ουρανός σφοντύλι: ζαλίστηκα → βλέπε έκφραση: μένω άγαλμα
- στον έβδομο ουρανό: σε κατάσταση απόλυτης ευτυχίας
- στον ουρανό το γύρευα και στη γη το βρήκα: για κάτι δύσκολο να πραγματοποιηθεί, αλλά που συμβαίνει αναπάντεχα
Συνώνυμα
Συγγενικές λέξεις
Σύνθετα
Δείτε επίσης
- ουρανός στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
ουράνιος θόλος