ουρλιαχτό
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | ουρλιαχτό | ουρλιαχτά |
| γενική | ουρλιαχτού | ουρλιαχτών |
| αιτιατική | ουρλιαχτό | ουρλιαχτά |
| κλητική | ουρλιαχτό | ουρλιαχτά |
[
]
Ετυμολογία
[
]
Προφορά
- ΔΦΑ : /uɾ.ʎax.ˈtɔ/
[
]
Ουσιαστικό
ουρλιαχτό ουδέτερο