οχλοκρατία
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | οχλοκρατία | οχλοκρατίες |
| γενική | οχλοκρατίας | οχλοκρατιών |
| αιτιατική | οχλοκρατία | οχλοκρατίες |
| κλητική | οχλοκρατία | οχλοκρατίες |
Ετυμολογία [
]
- οχλοκρατία < αρχαία ελληνική ὀχλοκρατία
Προφορά [
]
- ΔΦΑ : /ɔ.xlɔ.kɾa.ˈti.a/
Ουσιαστικό [
]
οχλοκρατία θηλυκό
- (φιλοσοφία) κατά το Σωκράτη είναι η δημοκρατία, όταν δε λειτουργεί με βάση το κοινό συμφέρον
- Μετά τη χρυσή εποχή του Περικλή, στην Αθήνα επικράτησαν οι δημαγωγοί ξεκινώντας την περίοδο της οχλοκρατίας.
Μεταφράσεις [
]
οχλοκρατία
|