οχλοκρατία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική οχλοκρατία οχλοκρατίες
γενική οχλοκρατίας οχλοκρατιών
αιτιατική οχλοκρατία οχλοκρατίες
κλητική οχλοκρατία οχλοκρατίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οχλοκρατία < αρχαία ελληνική ὀχλοκρατία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ɔ.xlɔ.kɾa.ˈti.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

οχλοκρατία θηλυκό

  1. (φιλοσοφία) κατά το Σωκράτη είναι η δημοκρατία, όταν δε λειτουργεί με βάση το κοινό συμφέρον
    Μετά τη χρυσή εποχή του Περικλή, στην Αθήνα επικράτησαν οι δημαγωγοί ξεκινώντας την περίοδο της οχλοκρατίας.

32πχ Μεταφράσεις[]