ούζο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ούζο | ούζα |
| Γενική | ούζου | ούζων |
| Αιτιατική | ούζο | ούζα |
| Κλητική | ούζο | ούζα |
Ετυμολογία
- ούζο < → Η ετυμολογία λείπει. (Προσθέστε την!)
Ουσιαστικό
ούζο ουδέτερο
- Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης. (Προσθέστε τον/τους!)