οἶκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική οἶκος οἴκω οἶκοι
Γενική οἴκου οἴκοιν οἴκων
Δοτική οἴκ οἴκοιν οἴκοις
Αιτιατική οἶκον οἴκω οἴκους
Κλητική οἶκε οἴκω οἶκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

οἶκος < ϝοῖκος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *woyḱos / *wéyḱs. Συγγενές με το λατινικό vicus (συγκρότημα κατοικιών) και το (σανσκριτικά) विश् (viś), वेश (veśa: οικία)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

οἶκος αρσενικό

  1. σπίτι, κατοικία, τόπος διαμονής
  2. μέρος ενός σπιτιού, δωμάτιο
  3. για τους θεούς ο ναός
  4. για ζώα η φωλιά, ο στάβλος κλπ
  5. το νοικοκυριό, η περιουσία μιας οικογένειας
  6. η οικογένεια

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]