οἶκος
Από Βικιλεξικό
Αρχαία ελληνικά (grc)
Ετυμολογία
- η παλαιότερη μορφή της λέξης είχε δίγαμμα (Ϝοῖκος), βλέπε και μυκηναϊκό woi-ko-de < IEE *u̯óiḱo. Συγγενές με το λατινικό vicus (συγκρότημα κατοικιών) και το σανσκριτικό veśáh (οικία)
Ουσιαστικό
οἶκος αρσενικό
- σπίτι, κατοικία, τόπος διαμονής
- μέρος ενός σπιτιού, δωμάτιο
- για τους θεούς ο ναός
- για ζώα η φωλιά, ο στάβλος κλπ
- το νοικοκυριό, το σπίτι ως περιουσιακό στοιχείο
- η οικογένεια