πάπας
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- πάπας < λατινικό papa < αρχαία ελληνική πάππας
Ουσιαστικό
πάπας αρσενικό
- τίτλος του επισκόπου Ρώμης και προκαθημένου της Καθολικής Εκκλησίας
- τίτλος του πατριάρχη Αλεξανδρείας
- (μεταφορικά) ο ηγέτης ενός πνευματικού ή καλλιτεχνικού κινήματος
- Ο Αντρέ Μπρετόν, ο πάπας του υπερρεαλισμού