πάσο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πάσο | πάσα |
| γενική | πάσου | πάσων |
| αιτιατική | πάσο | πάσα |
| κλητική | πάσο | πάσα |
[
]
Ετυμολογία
- πάσο < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πάσο ουδέτερο
- χαμηλό χώρισμα ανάμεσα σε δύο εσωτερικούς χώρους, που παρέχει τη δυνατότητα να μεταφέρονται αντικείμενα πάνω από αυτό και συνήθως τέτοιας κατασκευής που να μπορούν να τοποθετούνται επάνω του αντικείμενα
- το έντυπο που δίνει τη δυνατότητα στον κάτοχο να μετακινείται ελεύθερα ή χωρίς πληρωμή
- το βήμα, ο βηματισμός
- το περπάτημα
- η απόσταση ανάμεσα σε δύο συνεχόμενες σπείρες σε βίδα, ντίζα κλπ
[
] Εκφράσεις
- με το πάσο μου: με τον δικό μου αργό ρυθμό
- ενώ έβλεπε το αυτοκίνητο που ερχότανε αυτός πήγαινε, στη μέση του δρόμου, με το πάσο του
- εμείς είχαμε γίνει μουσκίδι από τη βροχή κι αυτοί έστηναν τη σκηνή με το πάσο τους
- πάω πάσο:
- (χαρτοπαιξία) δεν χρησιμοποιώ τη σειρά μου για να ποντάρω ή να κάνω άλλη ενέργεια η οποία μου δίνεται όταν έρθει η σειρά μου να παίξω
- (κατ' επέκταση) αποδέχομαι κάτι χωρίς να φέρνω αντίρρηση
- αν έχεις εσύ λεφτά να πληρώσεις τις ζημιές που μπορεί να γίνουν τότε εγώ πάω πάσο
[
]
Μεταφράσεις
πάσο