πάσο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πάσο πάσα
γενική πάσου πάσων
αιτιατική πάσο πάσα
κλητική πάσο πάσα

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πάσο < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πάσο ουδέτερο

  1. χαμηλό χώρισμα ανάμεσα σε δύο εσωτερικούς χώρους, που παρέχει τη δυνατότητα να μεταφέρονται αντικείμενα πάνω από αυτό και συνήθως τέτοιας κατασκευής που να μπορούν να τοποθετούνται επάνω του αντικείμενα
  2. το έντυπο που δίνει τη δυνατότητα στον κάτοχο να μετακινείται ελεύθερα ή χωρίς πληρωμή
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα ελευθέρας
  3. το βήμα, ο βηματισμός
    • το περπάτημα
    • η απόσταση ανάμεσα σε δύο συνεχόμενες σπείρες σε βίδα, ντίζα κλπ

[] Εκφράσεις

  • με το πάσο μου: με τον δικό μου αργό ρυθμό
    ενώ έβλεπε το αυτοκίνητο που ερχότανε αυτός πήγαινε, στη μέση του δρόμου, με το πάσο του
    εμείς είχαμε γίνει μουσκίδι από τη βροχή κι αυτοί έστηναν τη σκηνή με το πάσο τους
  • πάω πάσο:
    • (χαρτοπαιξία) δεν χρησιμοποιώ τη σειρά μου για να ποντάρω ή να κάνω άλλη ενέργεια η οποία μου δίνεται όταν έρθει η σειρά μου να παίξω
    • (κατ' επέκταση) αποδέχομαι κάτι χωρίς να φέρνω αντίρρηση
      αν έχεις εσύ λεφτά να πληρώσεις τις ζημιές που μπορεί να γίνουν τότε εγώ πάω πάσο

[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις


Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη