πάσσαλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

[] Flag of Greece.svg Ελληνικά (el)


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πάσσαλος πάσσαλοι
γενική πασσάλου πασσάλων
αιτιατική πάσσαλο πασσάλους
κλητική πάσσαλε πάσσαλοι

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πάσσαλος < → Η ετυμολογία λείπει.

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πάσσαλος αρσενικό

  1. → Λείπει ο ορισμός (ή οι ορισμοί) αυτής της λέξης.


[] Nuvola filesystems www.png Μεταφράσεις

[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πάσσαλος αρσενικό

  1. ξύλινο καρφί σε τοίχο για κρέμασμα αντικειμένων
  2. σφήνα για να ανοίγουν τρύπες
  3. (μεταφορικά) ανάξιος λόγου
  4. (μεταφορικά) η πόσθη
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες