πάσσαλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πάσσαλος πάσσαλοι
γενική πασσάλου πασσάλων
αιτιατική πάσσαλο πασσάλους
κλητική πάσσαλε πάσσαλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάσσαλος < αρχαία ελληνική πάσσαλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάσσαλος αρσενικό

  • ξύλινη, μεταλλική (ή κι από άλλα υλικά) μακρόστενη κατασκευή με μυτερή άκρη, που χρησιμοποιείται για να περιφράξουμε κάτι ή γενικά στην οικοδομική

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική πάσσαλος πασσάλω πάσσαλοι
Γενική πασσάλου πασσάλοιν πασσάλων
Δοτική πασσάλ πασσάλοιν πασσάλοις
Αιτιατική πάσσαλον πασσάλω πασσάλους
Κλητική πάσσαλε πασσάλω πάσσαλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πάσσαλος < πήγνυμι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πάσσαλος αρσενικό

  1. ξύλινο καρφί σε τοίχο για κρέμασμα αντικειμένων
  2. σφήνα για να ανοίγουν τρύπες
  3. (μεταφορικά) ανάξιος λόγου
  4. (μεταφορικά) η πόσθη