πάτος
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πάτος | πάτοι |
| γενική | πάτου | πάτων |
| αιτιατική | πάτο | πάτους |
| κλητική | πάτε | πάτοι |
[
]
Ετυμολογία
- πάτος < αρχαία ελληνική πάτος
[
]
Ουσιαστικό
πάτος
- ο πυθμένας
- ο βυθός
- (μεταφορικά) η πλήρης αποτυχία
- ο πισινός, ο κώλος
- ένα πρόσθετο κομμάτι από μαλακό υλικό που προστίθεται ανάμεσα στο πέλμα και το παπούτσι
[
]
Μεταφράσεις
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ουσιαστικό
πάτος αρσενικό
- ο δρόμος που έχει πατηθεί, η πεπατημένη οδός
- (μεταφορικά) αυτό που γίνεται συνήθως, η πεπατημένη
- αυτό που κάποιος αποπατεί, το αποπάτημα, η κοπριά
[
]
- Ησύχιος: πάτος: ἡ πεπατημένη καὶ λεωφόρος ὁδός - καὶ κόπρος
- Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883