πάω
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Ετυμολογία
- πάω < μεσαιωνική ελληνική πάγω < αρχαία ελληνική ὑπάγω
[
]
Ρήμα
πάω
[
] Εκφράσεις
- πάω πάσο: τα παρατάω, εγκαταλείπω μία προσπάθεια, αρνούμαι να μπλέξω σε μια υπόθεση, δεν εκφράζω γνώμη για κάποιο θέμα, κλπ.