πέδη
Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε:
πλοήγηση
,
αναζήτηση
[
]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[
]
Ετυμολογία
πέδη
< από την ίδια ρίζα με τα
πέζα
και
πούς
(γενική:
ποδ-ός
[
]
Ουσιαστικό
πέδη
θηλυκό
αλυσίδα
με την οποία δένονται τα
πόδια
ανθρώπου ή ζώου, για αν εμποδιστεί η κίνησή του
κόσμημα για τον αστράγαλο
Κατηγορίες
:
Αρχαία ελληνικά
Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
Προσωπικά εργαλεία
Δημιουργία Λογαριασμού/Είσοδος
Περιοχές ονομάτων
Άρθρο
Συζήτηση
Παραλλαγές
Εμφανίσεις
Ανάγνωση
Επεξεργασία
Προβολή ιστορικού
Ενέργειες
Αναζήτηση
πλοήγηση
Κύρια Σελίδα
Πύλες
Τυχαία σελίδα
συνεισφορά
Βικιδημία
Σελίδες συζήτησης
Πρόσφατες αλλαγές
Νέες σελίδες
βοήθεια
Βοήθεια
Πρότυπα
Δωρεές
Εργαλειοθήκη
Συνδέσεις προς εδώ
Σχετικές αλλαγές
Ειδικές σελίδες
Έκδοση εκτύπωσης
Μόνιμος σύνδεσμος
Αναφέρεται αυτή τη σελίδα
Άλλες γλώσσες
Magyar
Nederlands