πέδη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

[] Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc)

[] Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία

πέδη < από την ίδια ρίζα με τα πέζα και πούς (γενική: ποδ-ός

[] Open book 01.svg Ουσιαστικό

πέδη θηλυκό

  1. αλυσίδα με την οποία δένονται τα πόδια ανθρώπου ή ζώου, για αν εμποδιστεί η κίνησή του
  2. κόσμημα για τον αστράγαλο
Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
πλοήγηση
συνεισφορά
βοήθεια
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες