πέρα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
Ετυμολογία [
]
- πέρα <
Επίρρημα [
]
πέρα
- σε σημείο που βρίσκεται πιο μακριά από αυτόν που μιλάει
- πήγαινε κάπου πέρα αν θες να καπνίσεις για να μη μας ντουμανιάσεις
- σε χρονικό σημείο που βρίσκεται μετά από το χρόνο που αναφέρεται, μετά
Εκφράσεις [
]
- κάνω πέρα:
- υποχωρώ, απομακρύνομαι
- (κάποιον ή κάτι)απομακρύνω
- πέρα-δώθε
- πέρα από
- πέρα για πέρα:
- πάρα πολύ
- από τη μία άκρη μέχρι την άλλη
- τα βγάζω πέρα: τα καταφέρνω (ιδιαίτερα για οικονομικά)
Μεταφράσεις [
]
Αρχαία ελληνικά (grc) [
]
Ετυμολογία [
]
πέρα < → Η ετυμολογία λείπει.
Επίρρημα [
]
πέρα
- από δεδομένο σημείο και μετά
Σημειώσεις [
]
→ δείτε τη λέξη: πέραν