πέρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πέρα <

Open book 01.svg Επίρρημα[]

πέρα

  1. σε σημείο που βρίσκεται πιο μακριά από αυτόν που μιλάει
    πήγαινε κάπου πέρα αν θες να καπνίσεις για να μη μας ντουμανιάσεις
  2. σε χρονικό σημείο που βρίσκεται μετά από το χρόνο που αναφέρεται, μετά

Εκφράσεις[]

  • κάνω πέρα:
  • πέρα-δώθε
  • πέρα από
  • πέρα για πέρα:
    • πάρα πολύ
    • από τη μία άκρη μέχρι την άλλη
  • τα βγάζω πέρα: τα καταφέρνω (ιδιαίτερα για οικονομικά)
  • (ποσότητα από κάτι) την ημέρα, το γιατρό τον κάνει(/κάνουν) πέρα: έκφραση που χρησιμοποιείται για να δώσει έμφαση στην αξία κάποιου αντικειμένου, κατάστασης ή ενέργειας, πολλές φορές και ειρωνικά
    ένα μήλο την ημέρα, το γιατρό τον κάνει πέρα
    δέκα κάμψεις την ημέρα, το γιατρό τον κάνουν πέρα

32πχ Μεταφράσεις[]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πέρα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Επίρρημα[]

πέρα

  1. από δεδομένο σημείο και μετά

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[]

δείτε τη λέξη: πέραν