πέταλο
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πέταλο | πέταλα |
| γενική | πετάλου | πετάλων |
| αιτιατική | πέταλο | πέταλα |
| κλητική | πέταλο | πέταλα |
Ετυμολογία [
]
- πέταλο < αρχαία ελληνική πέταλον
Προφορά [
]
Ουσιαστικό [
]
πέταλο ουδέτερο
- έλασμα σε σχήμα U που τοποθετείται στις οπλές αλόγων για προστασία του πέλματος
- καθένα από τα μέλη ενός άνθους που σχηματίζουν τη στεφάνη
- (μεταφορικά) κάθε τι που έχει σχήμα πετάλου (1) (ειδικότερα για ένα από τα δυο τμήματα γηπέδου και τμήμα του δρόμου)
- πολλά ατυχήματα συμβαίνουν στο πέταλο του Μαλιακού
Εκφράσεις [
]
- τίναξα τα πέταλα → βλέπε έκφραση: τα κακάρωσα
- μια στο καρφί και μια στο πέταλο
- του φτωχού το εύρημα ή καρφί ή πέταλο
[
]
Μεταφράσεις [
]
-
Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: