πέταλο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πέταλο πέταλα
γενική πετάλου πετάλων
αιτιατική πέταλο πέταλα
κλητική πέταλο πέταλα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πέταλο < αρχαία ελληνική πέταλον
ένα πέταλο για άλογο

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈpɛ.ta.lɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πέταλο ουδέτερο

  1. έλασμα σε σχήμα U που τοποθετείται στις οπλές αλόγων για προστασία του πέλματος
  2. καθένα από τα μέλη ενός άνθους που σχηματίζουν τη στεφάνη
  3. (μεταφορικά) κάθε τι που έχει σχήμα πετάλου (1) (ειδικότερα για ένα από τα δυο τμήματα γηπέδου και τμήμα του δρόμου)
    πολλά ατυχήματα συμβαίνουν στο πέταλο του Μαλιακού
πέταλο από άνθος


Εκφράσεις[]

  • τίναξα τα πέταλαβλέπε έκφραση: τα κακάρωσα
  • μια στο καρφί και μια στο πέταλο
  • του φτωχού το εύρημα ή καρφί ή πέταλο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: