πίεση
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πίεση | πιέσεις |
| γενική | πίεσης | πιέσεων |
| πιέσεως | ||
| αιτιατική | πίεση | πιέσεις |
| κλητική | πίεση | πιέσεις |
[
]
Ετυμολογία
- πίεση < → Η ετυμολογία λείπει.
[
]
Ουσιαστικό
πίεση θηλυκό
[
] Εκφράσεις
- μου ανεβάζει την πίεση → βλέπε έκφραση: μου τη δίνει