πίπα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
[
]
Ελληνικά (el)
[
]
Προφορά
[
]
Ουσιαστικό
πίπα θηλυκό
- σύνεργο του καπνίσματος· στη μία άκρη της (ανάλογα με τον τύπο της πίπας) ή τοποθετείται ένα τσιγάρο ή καπνός σε μια κοιλότητα σκαλισμένη σε ξύλο· ο καπνός περνάει από ένα λεπτό σωλήνα και το επιστόμιο και εισπνέεται από τον καπνιστή
- (αργκό) η πεολειξία
- (αργκό) βλακεία, χαζομάρα
- μη λες πιπες!