πίσσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πίσσα πίσσες
γενική πίσσας πισσών
αιτιατική πίσσα πίσσες
κλητική πίσσα πίσσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πίσσα < αρχαία ελληνική πίσσα

Open book 01.svg Ουσιαστικό []

πίσσα θηλυκό

  1. μαύρη παχύρρευστη ουσία, υποπροϊόν απόσταξης λιθανθράκων ή πετρελαίου που χρησιμοποιείται ως στεγανωτικό υλικό, στην ασφαλτόστρωση δρόμων κλπ
    • βλαβερή ουσία του τσιγάρου
  2. κάτι κατάμαυρο
    έξω ήταν σκοτάδι πίσσα
  3. τσίχλα (κυπριακή διάλεκτος)

32πχ Μεταφράσεις []