πίσσα
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el) [
]
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πίσσα | πίσσες |
| γενική | πίσσας | πισσών |
| αιτιατική | πίσσα | πίσσες |
| κλητική | πίσσα | πίσσες |
Ετυμολογία [
]
- πίσσα < αρχαία ελληνική πίσσα
Ουσιαστικό [
]
πίσσα θηλυκό
- μαύρη παχύρρευστη ουσία, υποπροϊόν απόσταξης λιθανθράκων ή πετρελαίου που χρησιμοποιείται ως στεγανωτικό υλικό, στην ασφαλτόστρωση δρόμων κλπ
- βλαβερή ουσία του τσιγάρου
- κάτι κατάμαυρο
- έξω ήταν σκοτάδι πίσσα
- τσίχλα (κυπριακή διάλεκτος)