πίστα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πίστα πίστες
γενική πίστας πιστών
αιτιατική πίστα πίστες
κλητική πίστα πίστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πίστα < γαλλική piste < ιταλική pista < λατινική pisto < pistum < pinso < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *peys-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πίστα θηλυκό

  1. ένα μέρος ενός ηλεκτρονικού παιχνιδιού
  2. ο διάδρομος

32πχ Μεταφράσεις[]