πίστη
Από Βικιλεξικό
Πίνακας περιεχομένων |
Ελληνικά (el)
| πτώση | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| ονομαστική | πίστη | πίστεις |
| γενική | πίστης | πίστεων |
| πίστεως | ||
| αιτιατική | πίστη | πίστεις |
| κλητική | πίστη | πίστεις |
Ετυμολογία
- πίστη < αρχαία ελληνική πίστις
Προφορά
Ουσιαστικό
πίστη θηλυκό
- εμπιστοσύνη σε κάποιον, στις δυνατότητές του ή στις προθέσεις του
- έχω πίστη σ' αυτόν τον άνθρωπο
- η βεβαιότητα για την ύπαρξη του θεού και η εμπιστοσύνη σε αυτόν
- η ενεργός ένταξη σε μια θρησκεία
- δε με νοιάζει ποια είναι η πίστη σου
- η συζυγική πίστη, η αποφυγή ερωτικής επαφής με άλλον άνθρωπο εκτός από τον/την σύζυγο
- το κλίμα εμπιστοσύνης που πρέπει να διέπει τις οικονομικές συναλλαγές
- η τραπεζική πίστη
- κάτι που πιστεύω
- είναι πίστη μου ότι αργά ή γρήγορα οι άνθρωποι θα αντιληφθούν την αλήθεια